Μορφές του έντεχνου άσματος είναι η στροφική, η στροφική με παραλλαγές και η διασυντεθειμένη [through composed form].
Αναφορικά με το δυτικοευρωπαϊκό έντεχνο άσμα, προδρομικές μορφές του δύνανται να αναζητηθούν στα άσματα των τροβαδούρων [trobadours] και τρουβέρων [trouvères], ερωτοτραγουδιστώv [Minnesänger], αρχιτραγουδιστών [Meistersinger] καθώς και των μαδριγαλιστών. Προδρομικά δείγματα του είδους εμφανίζονται με την εδραίωση της μονωδίας στον όψιμο 16ο και πρώιμο 17ο αιώνα, στην Ιταλία, τη Γερμανία, την Αγγλία και τη Γαλλία.
Κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα το έντεχνο άσμα αποκτά τα χαρακτηριστικά που το διακρίνουν ως είδος: σύνθεση κυρίως για μία φωνή με τη συνοδεία πληκτροφόρου οργάνου. Εμφανής είναι η επιρροή της όπερας και του ζίνγκσπιλ [Singspiel], ενώ έμφαση προσδίδεται στη μελωδία με απλή συνοδεία (Πρώτη Σχολή Τραγουδιού του Βερολίνου [Erste Berliner Liederschule]), στη φυσικότητα που συνδέεται με το λαϊκό τραγούδι ([Δεύτερη Σχολή Τραγουδιού του Βερολίνου [Zweite Berliner Liederschule]) και στη δομική οργάνωση του πιανιστικού μέρους (Κλασική Σχολή της Βιέννης). Στη Γαλλία το έντεχνο άσμα αντιπροσωπεύεται από τo σανσόν [chanson], την καντατίλλη [cantatille] και τη ρομάντζα [romance], ενώ στην Αγγλία από την μπαλάντα [ballad].
Τον 19o αιώνα στις γερμανόφωνες χώρες καθιερώνεται ο όρος Kunstlied [γερμανικό έντεχνο τραγούδι] με εκπροσώπους τους Franz Schubert [Φραντς Σούμπερτ], Robert Schumann [Ρόμπερτ Σούμαν], Johannes Brahms [Γιοχάνες Μπραμς] και Hugo Wolf [Χούγκο Βολφ]. Το Kunstlied άσκησε ισχυρή επίδραση στη μουσική δημιουργία της Βοημίας και της Σκανδιναβίας. Στη Γαλλία καλλιεργήθηκε η γαλλική μελοντί [mélodie] ως αντίβαρο του Kunstlied, και άσκησε επιδράσεις στη Ρωσία (σε συνθέτες όπως ο Μοντέστ Πετρόβιτς Μουσόργκσκι [Modest Petrovich Mussorgsky] και ο Πιοτρ Ίλιτς Τσαϊκόφσκι [Pyotr Ilyich Tchaikovsky]). Στην Ιταλία καλλιεργήθηκε το έντεχνο άσμα επηρεασμένο από την όπερα. Στις αρχές του 20ού αιώνα, στις γερμανόφωνες χώρες, το έντεχνο άσμα αποτελεί πεδίο πειραματισμών (Δεύτερη Σχολή της Βιέννης), μέσο αντίδρασης στον όψιμο ρομαντισμό και εξπρεσιονισμό, ενώ καθιερώνεται και το έντεχνο άσμα με συνοδεία ορχήστρας. Αντιστοίχως το έντεχνο άσμα στη Ρωσία, την Ουγγαρία, την Ισπανία και τις Η.Π.Α. εξελίσσεται με νέες τεχνικές και ανανεώνεται δυναμικά.
Το έντεχνο άσμα για φωνή και συνοδεία πιάνου εμφανίζεται στον κυρίως ελλάδικό χώρο στις αρχές του 19ου αιώνα καλλιεργούμενο από Έλληνες συνθέτες που άμεσα ή έμμεσα συνδέονταν με μουσικά κέντρα της Ευρώπης. Παρουσιάζεται σε ιδιωτικές μουσικές εκδηλώσεις αστών που διέθεταν στις οικίες τους πιάνο ή άλλα μουσικά όργανα, καθώς και στο πλαίσιο μουσικών ή συναυλιακών σωματείων. Στα Επτάνησα, ήδη από τα τέλη του 18ου αιώνα, το έντεχνο άσμα αναπτύσσεται στο πλαίσιο της συνεχούς διαπολιτισμικής επαφής τους με τον ευρωπαϊκό χώρο, ιδιαιτέρως εκείνον της Ιταλίας, χωρίς να λείπουν οι γερμανικές και οι γαλλικές αναφορές. Τα έντεχνα άσματα Επτανήσιων συνθετών, αρχικά σε ιταλική και τουλάχιστον από το 1820 και σε ελληνική δημοτική ποίηση, χαρακτηρίζονται από την ώσμωση στοιχείων από την όπερα και τη λαϊκή και παραδοσιακή μουσική παρακαταθήκη (Νικόλαος Χαλικιόπουλος Μάντζαρος [Nikolaos Chalikiopoulos Mantzaros], Σπυρίδων Ξύνδας, Παύλος Καρρέρ [Pavlos Carrer], Ναπολέων Λαμπελέτ [Napoleon Labelet], Γεώργιος Λαμπελέτ, Διουνύσιος Λαυράγκας [Dionysios Lavragkas] κ.ά.). Στις αρχές του 20ού αιώνα και οι εκπρόσωποι της λεγόμενης «Εθνικής Μουσικής Σχολής» προσέδωσαν έμφαση στην καλλιέργεια του έντεχνου άσματος, μελοποιώντας ποίηση σε δημοτική γλώσσα και ενσωματώνοντας στοιχεία της δημοτικής και βυζαντινής μουσικής παράδοσης. Επίσης έντεχνα άσματα συνέθεσαν Έλληνες συνθέτες συνδεδεμένοι με τον μεσοπολεμικό εξπρεσιονισμό (όπως ο Δημήτρης Μητρόπουλος [Dimitri Mitropoulos]) ή με τη νεοελληνική μουσική πρωτοπορία μετά το 1950. Οι Μάνος Χατζιδάκις [Manos Hatzidakis] και Μίκης Θεοδωράκης [Mikis Theodorakis], έκαστος με το δικό του ιδιαίτερο ύφος, μελοποίησαν ποίηση κυρίως εκπροσώπων της Γενιάς του Τριάντα ενσωματώνοντας στις έντεχνες πρακτικές έτι εντονότερα στοιχεία παραδοσιακής, αστικολαϊκής και βυζαντινής μουσικής δημιουργίας και διαμορφώνοντας το λεγόμενο έντεχνο-λαϊκό τραγούδι.